Διευθυντή Η' Ορθοπεδικής Κλινικής, υπευθύνου Ιατρείου Οστεοπόρωσης, Νοσοκομείο Ερρίκος Ντυνάν
Η οστεοπόρωση αποτελεί συστηματική σκελετική νόσο που χαρακτηρίζεται από μειωμένη οστική μάζα και διαταραχή της μικροαρχιτεκτονικής των οστών, με συνέπεια αυξημένη ευθραυστότητα και υψηλό κίνδυνο καταγμάτων.
Σύμφωνα με νεότερες επιδημιολογικές αναλύσεις (International Osteoporosis Foundation και WHO, αναθεωρημένα δεδομένα 2023–2025), εκτιμάται ότι περίπου 200 εκατομμύρια γυναίκες παγκοσμίως πάσχουν από οστεοπόρωση, ενώ 1 στις 3 γυναίκες και 1 στους 5 άνδρες άνω των 50 ετών θα υποστούν οστεοπορωτικό κάταγμα κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής έχει οδηγήσει σε σημαντική άνοδο της επίπτωσης των καταγμάτων, ιδιαίτερα του ισχίου, τα οποία σχετίζονται με αυξημένη νοσηρότητα και θνησιμότητα.
Η νόσος προσβάλλει και τα δύο φύλα, όμως εμφανίζεται συχνότερα σε ηλικίες άνω των 65 ετών, ενώ στις γυναίκες η απώλεια οστικής μάζας επιταχύνεται μετά την εμμηνόπαυση λόγω ορμονικών μεταβολών. Παράλληλα, η δευτεροπαθής οστεοπόρωση μπορεί να εμφανιστεί σε νεότερες ηλικίες, ως αποτέλεσμα ενδοκρινικών, γαστρεντερικών, ρευματολογικών νοσημάτων ή φαρμακευτικών παραγόντων (π.χ. κορτικοστεροειδή).
Διάγνωση
Η οστεοπόρωση διαγιγνώσκεται κυρίως με κλινική αξιολόγηση και οστική πυκνομετρία (DEXA), η οποία αποτελεί τη διεθνώς αποδεκτή μέθοδο αναφοράς.
Σύμφωνα με τις πρόσφατες οδηγίες (NOF, IOF και Endocrine Society 2023–2025), DEXA συνιστάται σε:
- γυναίκες ≥65 ετών και άνδρες ≥70 ετών
- νεότερα άτομα με κάταγμα χαμηλής ενέργειας
- ασθενείς με ιστορικό κατάγματος ισχίου σε γονέα
- άτομα με χαμηλό ΔΜΣ ή απώλεια βάρους
- καπνιστές και άτομα με αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ
- γυναίκες με πρώιμη εμμηνόπαυση
- ασθενείς με νοσήματα ή φάρμακα που επηρεάζουν τον οστικό μεταβολισμό (π.χ. γλυκοκορτικοειδή)
- άτομα με αυξημένο κίνδυνο πτώσεων ή απώλεια ύψους >4 cm
Οι βιοχημικές εξετάσεις συνήθως είναι φυσιολογικές, ωστόσο είναι απαραίτητες για τον αποκλεισμό δευτεροπαθών αιτιών. Επιπλέον, οι δείκτες οστικού μεταβολισμού (bone turnover markers) χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο διεθνώς για την εκτίμηση του ρυθμού οστικής απώλειας και την παρακολούθηση της ανταπόκρισης στη θεραπεία.
Πρόληψη
Η πρωτογενής πρόληψη παραμένει θεμελιώδης. Η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου (1000–1200 mg/ημέρα ανάλογα με την ηλικία), η διατήρηση επάρκειας βιταμίνης D (με στόχο επίπεδα 25(OH)D ≥30 ng/mL σύμφωνα με πρόσφατες οδηγίες), η άσκηση με φόρτιση και αντιστάσεις, καθώς και η αποφυγή καπνίσματος και υπερβολικής κατανάλωσης αλκοόλ αποτελούν βασικούς πυλώνες.
Παρότι αυτά τα μέτρα μειώνουν τον κίνδυνο οστικής απώλειας, σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και ηλικιωμένους με υψηλό καταγματικό κίνδυνο απαιτείται συχνά φαρμακευτική παρέμβαση για αποτελεσματική πρόληψη καταγμάτων.
Κλινική σημασία των καταγμάτων
Τα σπονδυλικά κατάγματα αποτελούν τα πιο συχνά οστεοπορωτικά κατάγματα και συχνά παραμένουν αδιάγνωστα. Μπορεί να εκδηλωθούν με πόνο, προοδευτική κύφωση και απώλεια ύψους, ενώ σε μεγάλο ποσοστό είναι ασυμπτωματικά και ανιχνεύονται τυχαία σε απεικονιστικό έλεγχο.
Τα κατάγματα ισχίου αποτελούν ιδιαίτερη κλινική οντότητα, καθώς σχετίζονται με σημαντική λειτουργική έκπτωση, αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών και υψηλή θνησιμότητα τον πρώτο χρόνο μετά το συμβάν, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Θεραπευτική αντιμετώπιση
Η θεραπεία στοχεύει τόσο στην αντιμετώπιση του κατάγματος όσο και στη μείωση του μελλοντικού κινδύνου.
Βασικοί στόχοι:
- έλεγχος πόνου
- σταθεροποίηση κατάγματος
- πρώιμη κινητοποίηση
- αποκατάσταση λειτουργικότητας
- πρόληψη νέων καταγμάτων
Η επιλογή συντηρητικής ή χειρουργικής αντιμετώπισης εξαρτάται από τη σταθερότητα, τον βαθμό παρεκτόπισης, τη γενική κατάσταση του ασθενούς και τη λειτουργική του εφεδρεία.
Τα κατάγματα ισχίου αντιμετωπίζονται κατά κανόνα χειρουργικά εντός 24–48 ωρών, σύμφωνα με τις σύγχρονες διεθνείς οδηγίες, καθώς η πρώιμη επέμβαση σχετίζεται με καλύτερη επιβίωση και λειτουργική αποκατάσταση.
Παράλληλα, η φαρμακευτική θεραπεία της οστεοπόρωσης έχει εξελιχθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία, με διαθέσιμες θεραπείες που μειώνουν τον κίνδυνο σπονδυλικών και μη σπονδυλικών καταγμάτων έως και 40–70% ανάλογα με το σκεύασμα και το προφίλ κινδύνου του ασθενούς. Οι νεότερες αναβολικές θεραπείες (π.χ. αναστολείς σκληροστίνης) έχουν προσφέρει επιπλέον θεραπευτικές δυνατότητες σε ασθενείς πολύ υψηλού κινδύνου.
Στις σπονδυλικές καταγματικές βλάβες, ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές όπως η κυφοπλαστική ή η σπονδυλοπλαστική, καθώς και οι σύγχρονες μέθοδοι οστεοσύνθεσης, συμβάλλουν ουσιαστικά στη μείωση του πόνου και στην ταχύτερη αποκατάσταση.
