Η παρουσία του θεωρείται συνώνυμη με τη σύγχρονη επιχειρησιακή ανάπτυξη της ιδιωτικής νοσοκομειακής περίθαλψης στην Ελλάδα. Με μια μακρά διαδρομή σε όλους τους μεγάλους ομίλους ιδιωτικής υγείας στη χώρα μας, ο εκτελεστικός πρόεδρος του Ομίλου IMITHEA, Θέμος Χαραμής, δίνει το στίγμα του για το νέο πλάνο που ακολουθεί το Νοσοκομείο «Ερρίκος Ντυνάν» και οι άλλες κλινικές του ομίλου (σε Θεσσαλονίκη, Κοζάνη και Ρόδο), τονίζοντας παράλληλα ότι η υγεία αποτελεί κοινωνικό αγαθό και οι ιδιωτικές κλινικές οφείλουν να λειτουργούν με επίκεντρο τον ασθενή.
Το πρόβλημα σε μια συζήτηση με τον Θέμο Χαραμή, εάν επιδιώκεις να φωτίσεις την προσωπικότητά του και την ξεχωριστή θέση του στο εγχώριο σύστημα υγείας, έχει να κάνει με το θέμα στο οποίο θα εστιάσεις. Μπορείς να επικεντρωθείς στην πορεία του σε κορυφαίες διοικητικές θέσεις στο «Υγεία», στο Ιατρικό Κέντρο, στο Ωνάσειο και το «Ερρίκος Ντυνάν»,
που ανοίγει βηματισμό πλέον μέσα από τον Όμιλο IMITHEA, μια πορεία που συνδυάστηκε με μεγάλα αναπτυξιακά προγράμματα και σημαντικές αφετηρίες. Όπως μπορείς να σταθείς στη σύνδεση της Τέχνης και του πολιτισμού με την Υγεία, την οποία όχι μόνον έχει επιδιώξει, αλλά και υπηρετήσει. Έχοντας μετρήσει σχεδόν 35 χρόνια στην προεδρία του Δ.Σ. του Θεάτρου Τέχνης, ο Θέμος Χαραμής μπορεί να μιλάει με τις ώρες για τις συζητήσεις του με τον Κάρολο Κουν, αναδεικνύοντας και μία άλλη, άγνωστη σε πολλούς, πλευρά του. Ή μπορεί με τον καθηγητή Μάνο Στεφανίδη να αναλύει το έργο των Ελλήνων σουρεαλιστών, σχεδιάζοντας να μεταφέρει στους χώρους του «Ερρίκος Ντυνάν» ακόμη μία έκθεση ζωγραφικής. Σε μια
συζήτηση μαζί του, μπορείς να καταγράψεις τις εκμυστηρεύσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή μετά από κάθε τσεκ-απ, αλλά και όσα έλεγε με τη Μελίνα Μερκούρη, κάθε φορά που χρειαζόταν η δική του κινητοποίηση για τη νοσηλεία ηθοποιών και άλλων ανθρώπων της θεατρικής και πολιτιστικής σκηνής.
Απόσταγμα αυτής της διαδρομής είναι άλλωστε και η θέση του ότι «χωρίς τον πολιτισμό δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», καθώς «μια κοινωνία που δεν επενδύει στον πολιτισμό της δεν πρόκειται να νοιαστεί και για ένα σύστημα υγείας υψηλού επιπέδου». Στη δική μας συζήτηση, ωστόσο, αποφασίσαμε να παραμείνουμε στον χώρο της ιδιωτικής υγείας και σε
όσα σχεδιάζονται στο «Ερρίκος Ντυνάν» και τον Όμιλο IMITHEA, πιάνοντας το νήμα και από την αρχή της διαδρομής.
Κύριε Χαραμή, έχετε διαγράψει μια μακρά πορεία στον χώρο της Υγείας. Ποιο θεωρείτε ότι ήταν το καθοριστικό σημείο στην επαγγελματική σας διαδρομή που σας διαμόρφωσε ως διοικητικό στέλεχος;
Υπάρχουν αρκετοί σταθμοί που συνδέθηκαν και με αποφάσεις και σχεδιασμούς που διαμόρφωσαν νέα δεδομένα. Εάν πρέπει να σταθώ μόνον σε ένα, ωστόσο, νομίζω ότι καθοριστικό σημείο ήταν η ανάληψη του management του Νοσοκομείου «Υγεία» από την αμερικανική αλυσίδα νοσοκομείων American Medical International (AMI) το 1981 και η συνεργασία μου μαζί της από τη θέση του οικονομικού διευθυντή στην αρχή και του executive director από το 1985. Η ΑΜΙ τότε ήταν η μεγαλύτερη αλυσίδα στον κόσμο με 134 νοσοκομεία και με τεράστια τεχνογνωσία. Έπειτα από μία πολύμηνη μετεκπαίδευση στα νοσοκομεία της Αμερικής, ανέλαβα τη Γενική Διεύθυνση του «Υγεία». Τότε και για πρώτη φορά στην Ελλάδα νοσοκομείο απέκτησε αναλυτικό οργανόγραμμα και γραπτές διαδικασίες για όλες τις λειτουργίες του. Ταυτόχρονα, εφαρμόσαμε πρωτόγνωρα για την Ελλάδα συστήμα τα οργάνωσης και διαχείρισης. Αυτές οι πρώτες διαδικασίες αποτέλεσαν τη «μαγιά» για να χρησιμοποιηθούν αργότερα και σε άλλα ιδιωτικά νοσοκομεία. Τεράστια εμπειρία ήταν και η συμμετοχή μου στη διεθνή ομάδα της ΑΜΙ για το εξαρχής στήσιμο νοσοκομείων στη Βαρκελώνη, στη Λοζάνη, στη Ζυρίχη και το Λονδίνο.
Όταν αναλάβατε το «Ερρίκος Ντυνάν», βρισκόταν σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη φάση. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε και ποια απόφαση θεωρείτε σήμερα κομβική για την ανάκαμψή του;
Ανέλαβα το «Ερρίκος Ντυνάν» το 2017, το οποίο ακό μη δεν είχε συνέλθει από την προηγούμενη διοικητική και οικονομική δοκιμασία. Το πρώτο στοίχημα ήταν να ξαναστήσω την αξιοπιστία του νοσοκομείου τόσο στα μάτια των γιατρών όσο και των ασθενών. Ταυτόχρονα, να πείσω τον μέτοχο ότι μπορούσαμε να «γυρίσουμε» το νοσοκομείο λειτουργικά και οικονομικά.
Αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με μία αναδιοργάνωση του νοσοκομείου, με ταυτόχρονη προσέλκυση καταξιωμένων ιατρών, πέραν των ήδη υπαρχόντων. Και ο τρόπος ήταν μόνο ένας, η διαπίστευση όλων των
υπηρεσιών του νοσοκομείου κατά Joint Commission International (JCI), συνταγή δοκιμασμένη το 2010 και στο «Υγεία». Ήταν μία 18μηνη προσπάθεια όλου του προσωπικού και των ιατρών, η οποία στέφθηκε
με επιτυχία και το «Ερρίκος Ντυνάν» πήρε τη χρυσή σφραγίδα του JCI το 2020 και την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα. Είναι πλέον ένα βασικό στοιχείο της ταυτότητάς του.
Ποιο ήταν το «μυστικό» της επανατοποθέτησης του «Ερρίκος Ντυνάν» στην αγορά; Τι άλλαξε ουσιαστικά σε επίπεδο λειτουργίας, φιλοσοφίας και υπηρεσιών;
Το JCI έφερε μία πλήρη αναδιοργάνωση του νοσοκομείου σε όλα τα επίπεδα και βελτίωσε σταδιακά το ποιοτικό επίπεδο των υπηρεσιών, ενώ αύξησε σημαντικά το επίπεδο ασφάλειας για ασθενείς, προσωπικό και ιατρούς. Το βασικότερο, ωστόσο, είναι η συστράτευση όλου του δυναμικού του «Ερρίκος Ντυνάν», που οδήγησε σε αυτήν την επιτυχία και το νοσοκομείο σε νέα αφετηρία. Μπορεί να διαχειρισθεί πλέον κάθε κατάσταση με εξαιρετική αποτελεσματικότητα, όπως αποδείχθηκε και από τα άμεσα αντανα
κλαστικά που επιδείξαμε κατά την περίοδο της πανδημίας. Το «Ερρίκος Ντυνάν» αποτελεί τη μεγαλύτερη ιδιωτική κλινική στην Ελλάδα και μία από τις μεγαλύτερες στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και η πανδημία επιβεβαίωσε ότι μπορεί να αναλάβει ευρύτερους ρόλους και να ηγηθεί, στηρίζοντας κι έναν εθνικό σχεδιασμό.
Σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον ιδιωτικής υγείας, ποιο είναι σήμερα το βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα του «Ερρίκος Ντυνάν»;
Διαχρονικά, το βασικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημά του ήταν και είναι ότι κτίσθηκε εξαρχής για νοσοκομείο με πολύ υψηλές προδιαγραφές. Ένα δεύτερο και εξαιρετικά κρίσιμο σε συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού- είναι ότι σήμερα προσφέρει πολύ υψηλού επιπέδου υπηρεσίες σε τιμές τουλάχιστον 20% φθηνότερες από άλλα ιδιωτικά νοσοκομεία.
Σήμερα βρίσκεστε στην ηγεσία του Ομίλου IMITHEA. Πώς διαφέρει η στρατηγική σκέψη σε επίπεδο ομίλου σε σχέση με τη διοίκηση ενός νοσοκομείου;
Ήδη από τον Ιούνιο του 2025 το Eρρίκος Ντυνάν είναι μέρος του Ομίλου IMITHEA MEDICAL GROUP, που διαθέτει άλλες πέντε Γενικές Κλινικές σε Θεσσαλονίκη, Ρόδο και Κοζάνη, καθώς κι ένα Κέντρο Αποκατάστασης στη Θεσσαλονίκη. Ή διαφορά είναι μεγάλη, γιατί τώρα σκεφτόμαστε και σχεδιάζουμε τη στρατηγική για επτά διαφορετικά νοσοκομεία τα οποία βρίσκονται σε διαφορετικές περιοχές που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους. Από την Αττική, την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία έως τα Δωδεκάνησα, ο Όμιλος απευθύνεται σε μια πληθυσμιακή βάση που ξεπερνά το 60% του πληθυσμού της χώρας, διαμορφώνοντας έναν νέο υγειονομικό χώρο. Συνεπώς, ο πήχης είναι πλέον διαφορετικός και πρέπει να ανταποκριθούμε σε νέες προκλήσεις.
Ποιο είναι το όραμά σας για τον Όμιλο IMITHEA τα επόμενα χρόνια; Υπάρχουν σχέδια επέκτασης, νέων επενδύσεων ή ανάπτυξης υπηρεσιών;
Η ενδυνάμωση του ομίλου και η στελέχωση κάθε μονάδας του με διακεκριμένους και ταλαντούχους γιατρούς και στελέχη, για να προσφέρουμε στους ασθενείς μας υψηλού επιπέδου υπηρεσίες σε λογικές τιμές, είναι το όραμα όλων μας. Υπάρχει ένα 5ετές επιχειρηματικό σχέδιο που εφαρμόζουμε και το οποίο περιλαμβάνει συνεχείς και σημαντικές
επενδύσεις σε τεχνολογικό εξοπλισμό, ώστε να παραμείνουμε στην αιχμή της τεχνολογίας, πλήρη μηχανοργάνωση των υπηρεσιών των νοσοκομείων,
εφαρμογή ΑΙ, ανάπτυξη νέων υπηρεσιών, καθώς οι εξελίξεις στην Ιατρική «τρέχουν» με ταχύτατους ρυθμούς. Παράλληλα, δημιουργούμε νέα πρότυπα κέντρα και εξειδικευμένα ιατρεία και είμαστε πάντα ανοικτοί σε συνέργειες. Μέσα από το 5ετές σχέδιο, εξάλλου, επιδιώκουμε να επιτευχθεί οικονομία κλίμακος, ακολουθώντας, μεταξύ άλλων, ένα ενιαίο σύστημα προμηθειών που θα επιτρέψει ανακατανομή πόρων και μεγαλύτερες επενδύσεις στην καινοτομία και τις νέες τεχνολογίες.
Με βάση την εμπειρία σας, πώς αξιολογείτε τη σημερινή κατάσταση του ιδιωτικού τομέα Υγείας στην Ελλάδα; Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις, αλλά και οι ευκαιρίες;
Ο ιδιωτικός τομέας της Υγείας στην Ελλάδα βρίσκεται σε υψηλό σημείο, αλλά ακόμη χρειάζεται καλύτερη οργάνωση και βέβαια επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη, που είναι ήδη παρούσα και απαραίτητη. Οι μεγαλύτερες προκλήσεις για τον ιδιωτικό τομέα και όχι μόνο είναι κατά τη γνώμη μου η μηχανογράφηση όλων των υπηρεσιών και του ιατρικού φακέλου και η τυποποίηση των υπηρεσιών μέσω μίας διεθνούς πιστοποίησης, όπως είναι το JCI, που θα αναβαθμίζει τόσο την ποιότητα όσο και την ασφάλεια των παρεχόμενων υπηρεσιών. Η ευκαιρία είναι η καλύτερη συνεργασία με τις ασφαλιστικές εταιρείες, η οποία πρέπει να
μπει σε εντελώς άλλη βάση. Ίσως τα DRGs, αν τελικά έλθουν, να δώσουν τη λύση, εάν εφαρμοσθούν όπως στο εξωτερικό και όχι à la greca! Ίδωμεν…
Ποιος είναι σήμερα ο ρόλος των συνεργασιών με τις ασφαλιστικές εταιρείες και πώς διαμορφώνουν το μοντέλο λειτουργίας των ιδιωτικών νοσοκομείων;
Οι ασφαλιστικές εταιρείες αποτελούν έναν μεγάλο πελάτη του ιδιωτικού τομέα υπηρεσιών υγείας και συνεπώς συνδιαμορφώνουν το μοντέλο λειτουργίας του. Αλλά εκτιμώ ότι έχει έρθει η ώρα να συμφωνήσουμε σε ένα ανανεωμένο μοντέλο συνεργασίας, προσαρμοζόμενο στις σημερινές νέες συνθήκες, που επιβάλλουν μια στενή και ειλικρινή σχέση σε πιο υγιείς
βάσεις. Ανεξάρτητα από τους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς που κάνει ο καθένας, όλοι θα έπρεπε να βρίσκονται στην ίδια πλευρά, προσφέροντας υπηρεσίες σε ένα κοινωνικό σύνολο. Η υγεία είναι ένα αγαθό που πρέπει οι ιδιωτικές κλινικές και οι ασφαλιστικές εταιρείες να περιφρουρούν. Και οι δύο γνωρίζουν τον δρόμο. Κατ’ αρχάς, απαιτείται στενότερη συνεργασία στη διαμόρφωση των προϊόντων. Όπως χρειάζεται ευελιξία και νέα προσέγγιση στη δημιουργία μιας ποικιλίας προγραμμάτων που θα μειώνουν το
κόστος και για τους δύο, αναβαθμίζοντας ταυτόχρονα τις παρεχόμενες υπηρεσίες προς τον ασφαλισμένο. Αυτός θα έπρεπε να είναι κοινός στόχος.
Τελικά, ο ασθενής ποιες δυνατότητες έχει σήμερα σε επίπεδο πρόσβασης, ποιότητας υπηρεσιών και κόστους;
Είναι πολύ θετικό γεγονός ότι τα μεγάλα ιδιωτικά νοσοκομεία ακολουθούν τον δρόμο που ανοίξαμε το 2010 στο «Υγεία» με την πιστοποίησή του κατά JCI και ακολούθησε το «Ερρίκος Ντυνάν» το 2020, ενώ πρόσφατα πιστοποιήθηκαν και άλλα δύο νοσοκομεία. Μέσω του JCI και σε συνδυασμό με τον ιατροτεχνικό εξοπλισμό του νοσοκομείου, βελτιώνονται πολύ η ποιότητα και η πληρότητα των υπηρεσιών. Οπότε ένας ασθενής μπορεί να καλύψει όλες τις ανάγκες του σε ένα νοσοκομείο. Οι ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας διεθνώς είναι ακριβό σπορ για αυτονόητους λόγους και γι’ αυτό δεν είναι δυνατή η πρόσβαση σε όλους τους πολίτες. Γι’ αυτό υπάρχει και το ΕΣΥ. Οι υπηρεσίες υγείας «φαίνονται» ακριβότερες από ό,τι είναι, γιατί δυστυχώς σε ένα κοινωνικό αγαθό η Πολιτεία έχει θεσπίσει ΦΠΑ 24%. Στις περισσότερες χώρες ο ΦΠΑ είναι από 0% έως 6-7%.
Ποια είναι η μεγαλύτερη αλήθεια για τον χώρο της ιδιωτικής υγείας που δεν λέγεται συχνά δημόσια;
Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν κρυμμένες αλήθειες και κρυμμένα μυστικά. Οι αδυναμίες και οι ανάγκες είναι γνωστές για όλους. Ακόμη κι εκείνοι που ποντάρουν σε ολιγοπωλιακές καταστάσεις, προκαλώντας στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό, γνωρίζουν ότι δεν κρατούν κρυφά χαρτιά…
Η συνέντευξη δόθηκε στον Κωστή Σπύρου στο περιοδικό Health Next Generation (Τεύχος 32 / Ιούνιος 2026)
